Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ


Vassiliadis
H ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή του ΑΠΘ Πέτρου Βασιλειάδη στην παρουσίαση του βιβλίου της Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου «Στο όριο» στη Θεσσαλονίκη

Η έννοια της ταυτότητας, που συχνά χρησιμοποιείται σήμερα από τους μελετητές, είναι αρκετά διφορούμενη. Παλαιότερα, η ταυτότητα εθεωρείτο «δεδομένη». Αντίθετα στις μέρες μας, ύστερα από  έρευνες των κοινωνικών επιστημών – που όμως τα πορίσματά τους αμφισβητούνται από ορισμένους – υποστηρίζεται ότι πρόκειται περί «κατασκευής». Γι’ αυτό και γίνεται λόγος περί «διαμόρφωσης» της ταυτότητας ενός ατόμου ή μιας ομάδας, υπό την έννοια της «δυναμικής διαδικασίας», μέσω της οποίας το άτομο ή η ομάδα διαφοροποιούνται συνεχώς από το περιβάλλον τους, αναπτύσσοντας έτσι «ένα νέο ήθος». Η νεωτερική, λοιπόν, και μετα-νεωτερική ηθική επιχειρεί με κάθε τρόπο να επιβάλει ένα «περιεκτικό ήθος», ενώ οι παραδοσιακές κοινωνίες, και κυρίως οι θρησκείες, υπεραμύνονται ενός «αποκλειστικού ήθους».  Η πρώτη επιδιώκει ενσωμάτωση μιας ομάδας στο κοινωνικό της πλαίσιο, το οποίο πολλές φορές επιχειρεί να διαμορφώσει, ενώ οι δεύτεροι επιζητούν την αναγκαία απόσταση με εμμονή στις ισχύουσες αξίες. Κι αυτό γιατί η οποιαδήποτε «κατασκευή» έχει ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά, και μερικές φορές αντιστρατεύεται τις αιώνιες, ή και αποκεκαλυμμένες, αλήθειες.
Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις, ακόμη και στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όπου το ήθος μιας – ή και – κάθε ομάδας είναι μικτό, οπότε η «αποκλειστική» της πλευρά ιχνογραφεί το όριο, με συνέπεια κάθε τι διαφορετικό να αποτελεί έκτοτε το έξω για την ομάδα, το αιρετικό κλπ., ενώ η «περιεκτική» της πλευρά εκφράζει το πολλαπλό και βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη (αρκετά κατατοπιστικός είναι και ο πρόσφατα εκδοθείς συλλογικός τόμος Eberhard Bons, Karin Finsterbusch (εκδ.), Konstruktionen individueller und kollektiver Identität (I): Altes Israel/Frühjudentum, griechische Antike, Neues Testament/Alte Kirche – Studien aus Deutschland und Frankreich, Vandenhoeck & Ruprecht, 2016).
Θα επιχειρήσω να παρουσιάσω το βιβλίο «Στο όριο. Έμφυλα κείμενα χριστιανικής παρουσίας, ιστορίας, κρίσης και ελπίδας» (εκδόσεις Αρμός 2016), της αγαπητής Ντένιας, της εκλεκτής συναδέλφου Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου, από την σκοπιά της χριστιανικής μαρτυρίας, θεολογικά και βιβλικά. Παρακολουθώ με εξαιρετικό ενδιαφέρον το έργο της, μια και ο ίδιος – κατά την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία – την κοινωνιολογική και φεμινιστική ερμηνευτική προσπάθησα να αναδείξω, ερευνητικές περιοχές αν όχι εντελώς άγνωστες στον χώρο μου, τουλάχιστον «στο όριο». Και μπορώ υπεύθυνα να καταθέσω, ότι από την γραφίδα της ξεπήδησαν τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία για μια αυθεντική μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αν φυσικά τις επόμενες δεκαετίες γίνουν κτήμα της οι αποφάσεις της πρόσφατης Πανορθόδοξης Συνόδου.
 «Είναι αδύνατο να προβλέψουμε τι θα γίνει με τις σεξουαλικές διαφοροποιήσεις στο μέλλον, σε διακόσια ή τριακόσια χρόνια. Ένα πράγμα δεν πρέπει να λησμονούμε: οι άνδρες και οι γυναίκες εμπλέκονται σε έναν ιστό αιώνων πολιτιστικών προσδιορισμών, που είναι σχεδόν αδύνατο να αναλυθούν στην πολυπλοκότητά τους. Είναι πλέον αδύνατο να μιλάμε για «γυναίκα» ή για «άνθρωπο» χωρίς να παγιδευόμαστε μέσα σε ένα ιδεολογικό θέατρο, όπου ο πολλαπλασιασμός αναπαραστάσεων, αντανακλάσεων, αναγνωρίσεων, μετασχηματισμών, παραμορφώσεων, συνεχούς  αλλαγής  εικόνων και φαντασιώσεων, ακυρώνει εκ των προτέρων οποιαδήποτε εκτίμηση». Η παραπάνω διατύπωση (πριν από μισό περίπου αιώνα από τις Helene Cixous and Catherine Clement, στο πολύ διεισδυτικό έργο τους La Jeune Née, 1975, και σε αγγλ. μετ. The Newly Born Woman, 1986), δίνει νομίζω ανάγλυφα το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται η Εκκλησία να καταθέσει την μαρτυρία της για θέματα κοινωνικής και ατομικής ηθικής.
Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο νέα ηθικά ζητήματα έχουν ανακύψει, αναγκάζοντας τον χριστιανικό κόσμο, και κυρίως τη θεολογία, να απαντούν σχεδόν πάντοτε εν θερμώ, ως επί το πλείστον απολογητικά, αγνοώντας τις περισσότερες φορές τα νεότερα δεδομένα της επιστήμης (βλ. τις αντιδράσεις σε παγκόσμιο επίπεδο – δυστυχώς με βίαιο τρόπο και σε Ορθόδοξες κοινωνίες – εναντίον των λεγόμενων παρελάσεων υπερηφάνειας [Pride Parades], τις δραστηριότητες των Femen, και ιδίως των Pussy riots στον ρωσικό καθεδρικό του Σωτήρος Χριστού, και πρόσφατα στην χώρα μας τον αμετροεπή διάλογο για τις «έμφυλες ταυτότητες» κλπ).
Η αλλαγή αυτή των ηθών ήταν ιδιαίτερα εμφανής στη Μεγάλη Βρετανία, εξαιτίας της διαβόητης έκθεσης του Κίνσεϊ (Kinsey Report) που είχε ως αποτέλεσμα την αποποινικοποίηση της σεξουαλικής – κυρίως της ομοφυλόφιλης – συμπεριφοράς (Τhe Sexual Offenses Act του 1967), αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν καταργήθηκαν όλοι οι νόμοι που κατηγοριοποιούσαν την ομοφυλοφιλική δραστηριότητα ως αδίκημα κολάσιμο από το νόμο. Μόλις προχθές ο Donald Trump κατήργησε και το νόμο για πέραν των δύο φύλων δημόσιες τουαλέτες. «Σήμερα υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ του τι είναι αμαρτία και τι είναι ένα έγκλημα: Η μοιχεία ήταν πάντα αμαρτία, αλλά στις περισσότερες χώρες δεν αποτελεί αδίκημα κολάσιμο από το νόμο. Ο βιασμός, αντιθέτως, συνεχίζει να είναι και αμαρτία και έγκλημα. Αυτό έχει οδηγήσει σε σύγχυση και, τελικά, στο ερώτημα αν κάτι το οποίο δεν είναι έγκλημα πρέπει να θεωρείται αμαρτία» (John R. W. Stott, Homosexual Partnerships: Why SameSex Relationships Are Not a Christian Option, Downers Grove, Illinois 1985, σελ.  5).
Για την αντιμετώπιση αυτής της νέας κατάστασης η χριστιανική (και κυρίως η Ορθόδοξη) θεολογία εμφανίζεται ανέτοιμη. Απαιτείται, ως εκ τούτου, (α) θεολογικός επαναπροσδιορισμός της «ανθρώπινης σεξουαλικότητας», (β) νέα δυναμική ερμηνευτική προσέγγιση των βιβλικών (αλλά και των πατερικών) κειμένων, και κυρίως (γ) συνετή αντιμετώπιση της εξέλιξης της επιστήμης, και κυρίως της κοινωνιολογίας, αν θέλουμε η Εκκλησία να επανακάμψει δυναμικά, φιλάνθρωπα και αγαπητικά στο δημόσιο χώρο.
(α) Σε μια «Επιστολή από το Sheffield», όπου είχε συνέλθει στις αρχές της οικουμενικής δεκαετίας «Εκκλησίες αλληλέγγυες προς τις γυναίκες» σχετική χριστιανική συνδιάσκεψη, διατυπώθηκε μια πολυσυζητημένη πρόταση, η οποία ανέφερε επί λέξει: «χαιρετίζουμε την αναγνώριση ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με την (χριστιανική) πνευματικότητα, η οποία είναι ενιαία και αφορά το σώμα, το νου και το πνεύμα στην ολότητά τους…Δυστυχώς όμως η σεξουαλικότητα αυτή καθαυτή ήταν για αιώνες, και συνεχίζει να είναι, προβληματική για τον χριστιανισμό» (Connie Parvey (εκδ.), The Community of Women and Men in the Church: The Sheffield Report, Geneva, WCC 1981, σελ. 83εξ).
Στην Αγία Γραφή, βέβαια, ο άνθρωπος δεν προσδιορίζεται από τη φύση του, είτε αυτή είναι η σωματική του υπόσταση είτε η υλικός κόσμος που τον περιβάλλει, αλλά από την σχέση του με το Θεό και τους συνανθρώπους του. Ως εκ τούτου η σωτηρία του δεν επιτυγχάνεται μέσω της οποιασδήποτε άρνησης της σωματικότητας, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικότητας, και της διαφυγής του σε έναν δήθεν «πνευματικό» κόσμο. Πολύ περισσότερο η παρακοή των πρωτοπλάστων έγινε αφορμή να κληρονομήσει η ανθρωπότητα όχι κάποια ενοχή, και μάλιστα συνδεδεμένη με τη σεξουαλικότητα, αλλά την θνητότητα και την φθαρτότητα. Οι σωματικές και πνευματικές λειτουργίες του εκλαμβάνονται ως αδιάσπαστη ενότητα και αμφότερες μπορούν είτε να τον απομακρύνουν από τον Θεό, είτε να τον θέσουν στην υπηρεσία του, δηλαδή σε κοινωνία μαζί του. Η «σαρξ» του ανθρώπου δεν ρέπει προς το κακό, ούτε είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Γίνεται τέτοια μόνον όταν ο άνθρωπος στηρίζει την ύπαρξή του σ’ αυτήν. Η ακατάσχετη (και ετεροφυλική) και αφύσικη (όχι μόνο ομοφυλόφιλη) σεξουαλική δραστηριότητα απ’ τη μια, αλλά και η φαρισαϊκή υποκριτική θρησκευτικότητα από την άλλη, είναι (τουλάχιστον για τον απόστολο Παύλο) παραδείγματα εσφαλμένου προσανατολισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γενικά, η απολύτρωση δεν είναι ούτε φυσικό, ούτε μεταφυσικό γεγονός, με το οποίο ακυρώνεται η σωματικότητα.
Αλλά και στην ανατολική χριστιανική παράδοση, όπως είχε προ πολλού υποστηρίξει ο J. Meyendorff, «η ανθρώπινη φύση δεν αποτελεί μια στατική, ‘κλειστή’, αυτόνομη οντότητα, αλλά μια δυναμική πραγματικότητα. Αυτή καθ’ αυτή η ανθρώπινη υπόσταση προσδιορίζεται από τη σχέση της με τον Θεό» (Byzantine Theology. Historical Trends and Doctrinal Themes, New York 19792, σ. 2). Η φύση, επομένως, του ανθρώπου δεν απώλεσε κατά την πτώση τη δυναμική της, αφού με τη χάρη του Θεού μπορεί να μεταμορφωθεί. Ο ρόλος μάλιστα της χάρης του Θεού συνίσταται στο ότι ουσιαστικά παρέχει στον άνθρωπο την «φυσική» του υπόσταση (στο ίδιο, σ. 143 και 138). To θέμα επομένως της ανθρώπινης σεξουαλικότητας (βλ. για το θέμα αυτό περισσότερα στη μελέτη μου «Ο ιερός Αυγουστίνος ως ερμηνευτής του Αποστόλου Παύλου και το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας», Θεολογία 81 [2010], 129-158) σχετίζεται άμεσα με την χριστιανική ανθρωπολογία, για την οποία θα μιλήσω πιο κάτω.
(β) Σε θεολογικό επίπεδο η αντιπαράθεση για ορισμένα θέματα με τα οποία ασχολείται το Όριο (ομοφυλοφιλία, έμφυλες ταυτότητες) κατά κύριο λόγο έλαβε χώρα με μεγάλη οξύτητα σε επίπεδο βιβλικής επιστήμης, εξ αιτίας και της μεγάλης προτεσταντικής παράδοσης των ανωτέρω μνημονευθέντων κρατών (ΗΠΑ και ΗΒ). Και επειδή οι κύριες βιβλικές αναφορές στο θέμα – που σημειωτέον είναι αναλογικά ελάχιστες έως μηδενικές στην λοιπή βιβλική γραμματεία, συμπεριλαμβανομένης και της διδασκαλίας του Ιστορικού Ιησού – προέρχονται από  το corpus paulinum, εκεί εστιάζεται η ιδεολογική αντιπαράθεση. Για το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας έχουμε πλέον πολλές μελέτες σε υψηλό επίπεδο, ασχέτως αν μερικές εμφορούνται από συγκεκριμένες ιδεολογικές προϋποθέσεις. Εκεί που φαίνεται να υπάρχει (θεολογικά) ομοφωνία είναι στην διάκριση μεταξύ του εφάμαρτου της όποιας πράξεως και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (οι περιπτώσεις σιωπηλής (;) εκκλησιαστικής στήριξης νομοθετικών ρυθμίσεων της Ρωσίας του Πούτιν, ή του ριζοσπαστικού Ισλάμ, αποτελούν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα). Υπάρχουν επίσης πολύ ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές αναλύσεις και εξηγητικές προτάσεις των συγκεκριμένων βιβλικών χωρίων, με την βοήθεια των νέων ερμηνευτικών μεθόδων (τιμή-ατιμία/αισχύνη => αναδεικνύοντας τον ανατρεπτικό και ριζοσπαστικό – και οπωσδήποτε όχι συντηρητικό – χαρακτήρα του κηρύγματος του Ιστορικού Ιησού και της Πρώτης Εκκλησίας).
Κάνοντας μια σφαιρική, όσο πιο ουδέτερη μπορούσα, ανάλυση, υποστήριξα πρόσφατα («Ο Απόστολος Παύλος για την ομοφυλοφιλία. Μια πρώτη ιεραποστολική και βιβλική προσέγγιση, academia.edu/13225813), πως ο απόστολος Παύλος δεν καταδικάζει την ομοφυλοφιλική τάση, η οποία με βάση τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα μπορεί και να αποδειχθεί ως τάση και στάση που δεν οφείλεται στην ανθρώπινη επιλογή, αλλά την ομοφυλοφιλική πράξη. Επειδή, όμως, κατά κάποιο τρόπο ως εσφαλμένος προσανατολισμός της ανθρώπινης συμπεριφοράς, συνδέεται με άρνηση ή εχθρική στάση προς τον Θεό. Τα κύρια επιχειρήματά του ήταν (i) ότι η ομοφυλοφιλία αποτελούσε ίδιον του θρησκευτικού και κοινωνικού (ειδωλολατρικού δηλαδή) περιβάλλοντός του, που λάτρευε «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα», και (ii) γιατί βρισκόταν σε αναντιστοιχία της με την τάξη της θεϊκής δημιουργίας.
Γι’ αυτόν τον λόγο υποστήριξα την ανάγκη διατύπωσης σαφούς και θεολογικά τεκμηριωμένης άποψης και νέα ερμηνευτική προσέγγιση, ένα νέο «παράδειγμα», βασισμένο: (i) στην εσχατολογική και εκκλησιολογική ταυτότητα της Εκκλησίας, (ii) την γενικότερη παύλεια (αλλά και την μετέπειτα βυζαντινή) τακτική της «κοινωνικής ενσωμάτωσης», αλλά και  (iii) την φιλάνθρωπη πρακτική της Ορθόδοξης κανονικής παράδοσης.
(γ) Η πλέον άγνωστη πτυχή της επιστημονικά διαμορφωθείσας για τα φλέγοντα αυτά θέματα άποψης είναι αναμφισβήτητα η κοινωνιολογική θεώρηση του «κοινωνικού φύλου» (gender). Ο όρος «κοινωνικό φύλο» σήμερα χρησιμοποιείται συνήθως εκεί που παλαιότερα απαντούσε ο όρος  sex. Kι αυτό γιατί το sex συνήθως κατέληξε να αναφέρεται κυρίως στην σεξουαλική δραστηριότητα και ιδιαίτερα τη σωματική συνουσία. Η αλλαγή, όμως, στην χρήση της σχετικής ορολογίας (από sex σε gender) οφείλεται στην επέκταση της έννοιας του «φύλου» από τους κοινωνιολόγους για να εκφράσουν διαφορετικές σεξουαλικά προσανατολισμένες ομάδες και συμπεριφορές. Ωστόσο, στην παραδοσιακή Αγγλική γλώσσα υπάρχουν δύο φύλα (στα λατινικά sexus), άνδρες και γυναίκες, και τέσσερα γένη ή τάξεις (στα λατινικά genera): masculine  (αρσενικό, που συνήθως σχετίζεται με τους άνδρες), feminine (που συνήθως συνδέεται με τις γυναίκες), neuter (ουδέτερο, που συνήθως συνδέεται με τους ομοφυλόφιλους ή τις λεσβίες, και common (κοινό, που συνήθως συνδέεται με τους transgender).
H νέα αυτή ορολογία συνεχίζει να είναι αμφιλεγόμενη μεταξύ των θεολόγων, οι πλέον ανοιχτοί των οποίων (όπως π.χ. ο Αγγλικανός ομότιμος καθηγητής της Οξφόρδης Stuart Hall) τονίζουν πώς «απαιτείται προσοχή με αυτή τη γλώσσα» (Stuart Hall, «Sex and the Divine Persons. Problematic English Language in The Church of the Triune God,” in P. Vassiliadis-M. Goutzioudis-E. Kasselouri (eds.), Deaconesses, Ordination of Women and Orthodox Theology, CEMES Publications 12: Thessaloniki 2017, 467-471). Η σύγκρουση επιτείνεται για ιδεολογικούς λόγους – ή ακόμη και για λόγους ιδεοληψίας – με βάση την Γκράμσια θεωρία περί πολιτιστικής ηγεμονίας, που τις περισσότερες φορές εξελίσσεται σε συγκρουσιακή αντιπαράθεση. Και αυτό έχει οδηγήσει από τη μια τους χριστιανούς πολέμιους της οποιασδήποτε εξέλιξης να χαρακτηρίζουν όσους διαλέγονται με τις νέες θεωρίες ακούσια θύματα συστηματικής αντιχριστιανικής πολεμικής, και από την άλλη τους υπέρμαχους των νέων περί φύλου αντιλήψεων σχεδόν πάντοτε να προσπαθούν παντοιοτρόπως να επιβάλουν στις κοινωνίες τις απόψεις των, συστηματικά στοχοποιώντας τις θρησκευτικές παραδόσεις.
Είμαι της άποψης πως θεολογικά η αντιμετώπιση του ζητήματος της έμφυλης ταυτότητας μόνον μέσω ενός ανθρωπολογικού αναστοχασμού μπορεί να επιτευχθεί.
Ο Μητροπολίτης Κάλλιστος εδώ και καιρό επεσήμανε τη σημασία της ανθρωπολογίας για το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας: «Αναμφισβήτητα, υποστήριξε, στον 21ο αιώνα η εκκλησιολογία θα συνεχίσει να μας απασχολεί. … όμως θα υπάρξει μια στροφή στην κεντρική εστίαση της θεολογικής έρευνας από την εκκλησιολογία στην ανθρωπολογία …Το ερώτημα-κλειδί δεν θα είναι μόνο: ‘τι είναι η Εκκλησία;’, αλλά επίσης και πιο θεμελιακά: ‘τι είναι ο άνθρωπος;’» (Η Ορθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα, Αθήνα 2005, σ. 25).
Για την διατύπωση της Ορθόδοξης ανθρωπολογίας πέραν της ευρέως αποδεκτής διακρίσεως μεταξύ (Αποστολικής) «Π»αραδόσεως και λοιπών σχετικών «π»αραδόσεων, είναι εξίσου αναγκαία και μια άλλη σημαντική διάκριση: εκείνη της αυθεντικής αλλά λανθάνουσας (authentic but latent tradition), και εκείνης της ιστορικά διαμορφωμένης ως έθος, έστω και πλειοψηφικής σε ορισμένες περιπτώσεις. Πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας υποστήριξαν ότι «η θεία εικόνα στον άνθρω­πο θα πρέπει να συσχετίζεται με την ψυχή και όχι με το σώμα, κι ακόμη και μέσα στην ψυχή σχετίζεται με τη δύναμη της αυτογνωσίας και του λό­γου. Υπάρχουν όμως και αρκετοί άλλοι – που ίσως αποτελούν μειοψηφία, αλλά ση­μαντική μειοψηφία – οι οποίοι υιοθετούν μία πιο ολιστική προσέγγιση, υπο­στηρίζοντας ότι η θεία εικόνα περιλαμβάνει όχι μόνον την ψυχή αλλά ολό­κληρο το ον, σώμα, ψυχή και πνεύμα μαζί. Με τον τρόπο αυτό συμφωνούν με τη στάση που εκφράστηκε στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο και στο Σύμβολο της Πίστεως. Ο Ειρη­ναίος της Λυών π.χ. λέει: «Η δε ψυχή και το πνεύμα μέρος του ανθρώπου δύναν­ται είναι, άνθρωπος δε ουδαμώς· ο δε τέλειος άνθρωπος σύγκρασις και ένωσίς εστι ψυχής της επιδεξαμένης το πνεύμα του Πατρός και συγκραθείσης τη κατ” εικόνα Θεού πεπλασμένη σαρκί» (Κατά Αιρέσεων, 5:6:1). Επίσης στο γνωστό απόσπασμα του Μιχαήλ Χωνιάτη (πού μέχρι πρό τινος αποδιδόταν στον Γρηγόριο Παλαμά): «…μή άν ψυχήν μόνην, μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον, όν δη και κατ” εικόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται» (Προσωποποιίαι, PG 150, στ. 1361C).
Ακόμη ριζοσπαστικότερη είναι παλαιότερη ανθρωπολογική αναφορά του Μητρ. Καλλίστου: «η πραγματικότητα του (ανθρώπινου) προσώπου βρίσκεται πέρα και πάνω από την όποια εξήγηση επιλέξουμε να της δώσουμε. Εγγενές στοιχείο του προ­σώπου είναι η υπέρβαση του εαυτού του, η ικανότητά του να είναι πάντα ανοιχτό, η ιδιότητά του να δείχνει πάντα προς τα επέκεινα. Το ανθρώπινο πρόσωπο, αντίθετα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, είναι εκείνο που πυρο­δοτεί κάθε νέο ξεκίνημα. Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι απρόβλε­πτος, ελεύθερος και δημιουργικός» (Ο άνθρωπος ως μυστήριον. Η έννοια του προσώπου στους Έλληνες Πατέρες, Ακαδημία Αθηνών 2006, από την πρώτη παράγραφο).
Στην πατρίδα μας εκτός από μια πρόσφατη μελέτη του π. Βασιλείου Θερμού (Έλξη και Πάθος. Μια διεπιστημονική προσέγγιση της ομοφιλοφιλίας, Εν πλω: Αθήνα 2016) και μια πρώτη περιγραφική καταγραφή των βιβλικών δεδομένων – όσο πιο ουδέτερα γίνεται –   από τον ομιλούντα (βλ. πιο πάνω, «Ο Απόστολος Παύλος..»), η Ντένια μόνο ασχολήθηκε με λεπτότητα, ευαισθησία για το ζήτημα αυτό. Όλοι μας, βέβαια, προσπαθήσαμε να συμβάλουμε κατά το δυνατόν – μερικές φορές εις ώτα μη ακουόντων – στην διαμόρφωση μιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης θεολογικής άποψης για μια αυθεντική, περιεκτική και αποτελεσματική χριστιανική μαρτυρία. Μόνον όμως αυτή το έπραξε και μετά λόγου γνώσεως και με σεβασμό σε μια συλλογικότητα που η μακραίωνη παράδοσή της δύσκολα ξεπερνάει τα οποιαδήποτε «όρια».
Έγραψε, όπως διατείνεται, το βιβλίο αυτό σε μια εποχή στο όριο, στο όριο επιστημονικών πεδίων έρευνας, στο όριο της αντοχής σε μια κρίσιμη εποχή, στο όριο κάθε είδους στερεοτύπων, στο όριο των έμφυλων διακρίσεων. Ένα όριο που καθορίζει, χωρίζει και διακρίνει, που περιγράφει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί κανείς να κινηθεί χωρίς να εξαντληθεί, χωρίς να παραβεί κανόνες, χωρίς να διακινδυνέψει. Στο όριο που αποτελεί το ίχνος μιας κρίσης που προσπαθούμε να διαχειριστούμε. Στο όριο που συνοδεύει την πεπερασμένη ανθρώπινη κατάσταση. Στο όριο που ανταγωνίζεται τη ρευστότητα και παρότι δεν διευκολύνει τη συμφιλίωση, αυτή με τρόπο θαυμαστό την επιδιώκει.
Η Ντένια, τελικά, απέδειξε πως υπάρχει δυνατότητα μία μέρα να ξεπεραστεί το όριο χωρίς να τραυματιστεί κανείς, και χωρίς να τραυματιστεί η αυθεντική Εκκλησία, προς την οποία – εκτιμώ – κοιτάζει και με κάποια δόση ελπίδας. Επαναστατώντας; Υπομένοντας καρτερικά; Συμμορφούμενη; Ο χρόνος θα δείξει, γιατί  μόνον αυτός έχει «όρια».
Για όλα αυτά της χρωστούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ.